Ξυστό — έντονη συζήτηση
Πάλι αυτοί οι σκέτοι χωριάτες μου βγάζουν τα νεύρα. Πάω να πιω ένα καφέ και τι βρίσκω; Κάποιος ξαναστήνει το γκρίνια για το ξυστό σαν να είναι η μεγάλη οικολογική καταστροφή.
Κοίτα αυτό εδώ: τρεις φορές μέσα στη βδομάδα κάτσαμε στο καζίνο του κέντρου με τον Τάσο, τρία δωρεάν φρουτάκια στον αυτόματο του ξυστού έξω, τέσσερα συνολικά κέρδισαν οι φίλοι μου—εγώ όχι τίποτα. Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κανένας δεν λέει ότι αυτές τις μίζερες νίκες τις κόβουν σαν να παίζεις στο τίποτα;
Πέρασες ποτέ από εκεί στους αυτόματους του ξυστού του ΟΠΑΠ; Αυτά τα πράγματα τρώνε την ψυχή σου. Κάθε φορά που γυρίζεις σπίτι λες στον εαυτό σου «άλλαξα γνώμη» και βγάζεις τα δεκαπέντε λεπτά της κατάθεσης σου πριν χτυπήσει η πόρτα. Γιατί υπάρχουν εκεί; Γιατί το κράτος αγαπά τόσο πολύ το ξυστό ώστε κάθε ασήμαντη λωρίδα πλαστικού σου υπόσχεται ψεύτικη ανάσταση;
Ρώτησα έναν τύπο στον πάγκο που έπαιζε επί δέκα λεπτά συνέχεια: «Καλά, ρε, πότε βγάζεις κάτι πραγματικό;» Κι εκείνος μου αποκρίθηκε σα χάρος: «Μην κοιτάς εμένα, τζόγος είναι, κρατικό». Μεγάλο πράγμα το κράτος όταν μου έδωσε πέντε λεπτά δωρεάν περιστροφές και μετά με άφησε σαν κλέφτη στο φαρμακείο.
Αλήθεια, το ξυστό των scratch είναι ο μόνος εθνικός μας θρίαμβος που ξεχνάει ότι υπάρχουμε πριν σβήσουμε κι εμείς σαν χάρτινο νόμισμα. Πάω να βγάλω τον κινητό μου τώρα. Άντε, αρχίζει η επόμενη γύρα.
I keep my own spin/hit spreadsheet 📊
τι σόι ψυχολογικό πείραμα γίνεται εδώ που κάθεται ο κόσμος κι ρωτάει «γιατί υπάρχω»; στους αυτόματους του ξυστού δε βάζεις κανέναν όρκο, φεύγεις μόνος σου όταν αντιληφθείς ότι η βιτρίνα έχει χρώμα δακρύβρεχτο. τους έχω δει αυτούς τους αυτόματους εδώ και χρόνια — ξεκίνησα στις αρχές των 2000 με ένα scratch που είχε τρεις ντάμες σαν δάσος ακανθών πάνω στη σακούλα, εκείνες οι μικρές νίκες έκαναν τον κόσμο γύρω σου να δείχνει λιγότερο άδειο για μισή τουλάχιστον ώρα.
αλλά όταν εσύ κάθε τρεις μέρες γυρνάς σπίτι με τρία δωρεάν φρουτάκια στο αυτί σου σαν κουδούνι συναγερμού που χτυπάει αργά, τότε όλα τα λόγια περί «εθνικού θριάμβου» γίνονται σκόρπια χαρτιά στον αέρα. υπάρχει εκεί έξω μια λωρίδα χαρτί σίγουρο σαν τουρσί: πας, γδέρνεις την ταινία, διαβάζεις «συγχαρητήρια», αισθάνεσαι σα νικητής — μέχρι τη επόμενη φορά που η ίδια ταινία σου χαμογελάει σα γουρουνάκι στο ωρολόγιο μηχανισμό.
οι scratch δεν είναι παιχνίδι, είναι τελετουργία εγκατάλειψης. εκείνο το κουμπί που γυρίζεις ανάμεσα στα δόντια σου ξέρει ότι δεν υπάρχει εκεί κάτι πραγματικό. και όμως κάθε φορά που η ταινία ξεκολλάει σιγά σιγά σαν σημάδι ωρών εργασίας, ο εαυτός σου βρίσκει έναν λόγο για άλλη μία φορά. όχι νίκη — κουράγιο πως τουλάχιστον προσπάθησες σήμερα.
It's all hit and busted before, folks.
"ρε παιδιά, αυτή η ιστορία με τα δωρεάν φρουτάκια πού ακριβώς γίνεται;;; Έκανα το λάθος σήμερα και πάτησα πάνω σ’ έναν αυτόματο του ξυστού στο κέντρο — μου ‘ριξαν τρία δωρεάν φρουτάκια σαν να είμαι στο μεγάλο βραβείο ή κάτι;;; Γιατί το κάνουν αυτό;;; Αφού τελικά δεν πρόκειται να βγάλω τίποτα πραγματικό εκεί;;; Φαίνεται σα δωρεάν δαχτυλίδι σε γάμο, μα τελικά όταν προσπαθείς να το βγάλεις από το χέρι σου κόβει σαν μαχαίρι…" 😅
βρε γαμώτο ωχ είμαι φίλος πως καταλήξαμε εδώ
ακούστε τώρα: αυτά τα δωρεάν φρουτάκια είναι σαν εκείνα τα μπουκάλια νερό που σου βάζει κάποιος στο τραπέζι σου στο σούπερ μάρκετ όταν ψάχνεις κάτι τζόγο. σε φέρνουν κοντά στον αυτόματο σα σκύλο με το κουτάβι στα χέρια του πωλητή — μόνο που αντί για κουτάβι σου σέρνουν τέσσερα ξερά λεπτά από την τσέπη σου αργότερα. τρεις φορές μέσα στη βδομάδα με κάνουν να ντρέπομαι σχεδόν εμένα τον εαυτό μου
το πράγμα είναι πως δεν υπάρχει λόγο ν’ ανοίγεις το στόμα σου και να γλείφεις αυτές τις μίζερες προσφορές. έκανα μια φορά σ’ έναν αυτόματο στο ΟΠΑΠ στη γωνία της Καλλιθέας — έριξαν δύο δωρεάν περιστροφές στο παιχνίδι των φρούτων, εκεί που μόλις γύριζα το κλειδί του αυτοκινήτου μου. νίκησα εκατό λεπτά στις δύο προσπάθειες, πήγα να βγάλω τα λεφτά και η οθόνη μου είπε «δεν υπάρχει ανάληψη σήμερα». πήρα μόνο ένα κράνος στο κεφάλι μου καθώς κατέβαινα τα σκαλιά
τώρα καταλαβαίνεις; αυτά τα φρουτάκια είναι σα τον κύριο που σου δίνει ένα δείγμα κολόνιας στο εμπορικό κέντρο. δε σου δίνει παρά μόνο την ιδέα πως κάτι σπάνιο κρύβεται εκεί μέσα — και εσύ σέρνεσαι σαν ψάρι στον γάντζο μέχρι να πέσει η πρώτη ρουφηξιά κι ύστερα βλέπεις πως είσαι ακόμα έξω στην πλατεία με τσέπες άδειες και έναν ψεύτικο εαυτό πάνω στο δέρμα σου
It's all hit and busted before, folks.
για να δω τώρα... τρεις φορές μέσα στη βδομάδα στους αυτόματους του ξυστού του κέντρου μου ‘χαν πει κάποτε μια φορά ότι εκεί στο πάτωμα η πλακέτα είναι πιο γυαλιστερή από παντού αλλού. σα ντόπιοι κάνουν εκεί κάτι ψίχουλα στον υπολογιστή — αλλιώς πως να εξηγήσεις ότι κάθε φορά που πατάς εκεί μέσα βγάζουν δύο δωρεάν περιστροφές σα μπουρμπουλήθρες;
ήταν πριν από χρόνια πίσω στην παλιά συνοικία, κάποιοι είχαν βρει έναν αυτόματο ξυστού του ΟΠΑΠ στον πρώτο όροφο μιας ταβέρνας που είχε ξεπουλήσει και φτιάξει υπογείω. εκεί γινόταν πάντα κάτι παράξενο στις τέσσερις το απόγευμα — όσοι πήγαιναν για ποτό γύριζαν αμέσως από την πόρτα του μονόδρομου σαν πνιγμένοι στους αυτόματους. εκείνος ο τύπος είχε μια συνήθεια: κάθε φορά που γδέρνεις ένα scratch σου κουνούσε το χέρι σα δάσκαλος πρωτάρη — «δώσ’ το σε μένα» λέει κι άρχιζε να ξύνει μόνο του το χαρτί σα γδάρνοντας με τα νύχια του την ανάγλυφη ταινία. εμένα με έκανε να γελάω, στους άλλους τους έκανε να γυρίζουν σπίτι χωρίς λεφτά αλλά με το κεφάλι γδαρμένο σα εκείνο το scratch.
και τώρα βλέπω ότι κανείς δεν τους αφήνει ήσυχους — ούτε ο ίδιος ο χρόνος. αυτά τα δωρεάν φρουτάκια είναι σα τις φιγούρες των αστραγάλων στις γωνίες της πόλης: όσο πιο γυρισμένες κι άδειες και τόσο πιο γρήγορα σου θυμίζουν πως υπάρχει έξω η πόλη και όχι μέσα στην τσέπη σου
Εχτές καθόμουνα με τους φίλους μου σ’ ένα τραπέζι στον Ωνάσιο και πήγαμε γύρω-γύρω για να δούμε τι κάνουν οι άλλοι στα ξυστά του ΟΠΑΠ δίπλα στο πάρκο. Εκείνος ο τύπος με τα γυαλιά που πάντα κάθεται μόνος του στους αυτόματους είχε μπει εκείνες τις τρεις φορές μέσα στη βδομάδα σα ρουτίνα — τρεις δωρεάν περιστροφές στη σειρά, τίποτα άλλο. Του ρώτησα «ρε φίλε, δεν τα βάζεις κάτω;» και εκείνος μου έκανε νεύμα σα ν’ άκουγε έναν ψύλλο στον τοίχο. Την επόμενη μέρα τον είδα πάλι εκεί, ίδιο πράγμα. Τουλάχιστον εμένα τουλάχιστον μια φορά μου έριξαν δωρεάν φρουτάκια κι έγινα σαν χαρτομάζα πάνω στο scratch — νίκησα κάτι ψιλοδεκανίκια αλλά η ταινία ήταν τόσο σφιχτή που έσπασε στο χέρι μου σα ψωμί παγωμένο. Πάω να ξαναπεράσω σήμερα από εκεί, ίσως αυτή τη φορά καταλάβω τι τελικά προσπαθούν να πουλούν αυτοί οι αυτοί αυτοί...
Learn something new about casinos every day.
Πάλι αυτούς τους αυτόματους εδώ πέφτουμε σαν χελώνες στον αυτοκινητόδρομο. Πάνε είκοσι χρόνια που βλέπω τον ίδιο χορό γύρω από αυτές τις λωρίδες χαρτιού — οι scratch του ΟΠΑΠ είναι σα εκείνα τα ωρολόγια ρολόγια στις πλατείες που δείχνουν πάντα μια ώρα που δε φτάνει ποτέ, κι όμως όλοι τους κοιτάζουμε σα να περιμένουμε αυτή τη φορά να γίνει πραγματικότητα.
Ακούω όλους σας να μιλάτε για τις δωρεάν περιστροφές σα ν’ είναι κάποιο βάπτισμα καινούργιου κέρδους, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί κανένας δε λέει ότι αυτές είναι σα αυτές τις μικροδόσεις νερού που σου βάζει ο αστυνόμος στους δρόμους το καλοκαίρι. Σου δίνουν την ψευδαίσθηση πως υπάρχει νερό εκεί που ξέρεις πολύ καλά πως είναι ξερό σαν αστάρι δρόμου. Ο τύπος στον πάγκο που σου αποκρίνεται σα χάρος; Αυτό είναι το μόνο πραγματικό δώρο από εκείνους τους αυτόματους — σου θυμίζουνε νωρίς πως δεν πρόκειται ποτέ να γίνει κάτι άλλο από αυτόν τον κύκλο: σκίζεις, διαβάζεις, γελάς αδιάφορα, ξανά στο τίποτα.
Και μετά μένεις εκεί σα ηλιοτρόπιο στον ήλιο του καλοκαιριού χωρίς νερό, λες στον εαυτό σου πως αυτό ήταν κάτι, ενώ όλα τα υπολείμματα είναι σκισμένα χαρτιά στο πάτωμα. Δεν είναι θέμα τύχης, είναι ζήτημα που βρίσκεις το ζουμί στις μικροαποζημιώσεις πριν σου πάρουν και το τελευταίο σου εισιτήριο για την επιστροφή. Γιατί λοιπόν συνεχίζουμε να γυρνάμε σπίτι μ’ αυτά τα ψίχουλα σφηνωμένα στη μνήμη σα καρφίτσες; Γιατί όταν σκάσει η ταινία εκείνης της τυχερής στιγμής νιώθεις πως τουλάχιστον σήμερα ήσουν ζωντανός — και η επόμενη φορά πάλι εκεί ξανά, σαν τον αρουραίο που γυρνάει στον ίδιο σωρό απορριμμάτων αναζητώντας εκείνο το κομμάτι ψωμιού που του ξέφυγε χτες.